(κατα-λέχομαι) med. [fut. καταλέξομαι, aor. κατελεξάμην in κατελέγμην, -έλεκτο, inf. καταλέχθαι, pt. καταλέγμενος] uležem se v posteljo (spat), gl. λέχος.



Vir: Grško-slovenski slovar - Anton Dokler

Komentiraj slovarski sestavek